Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Να το ονομάσω το βουνό της ψυχής...



Απέναντι το βουνό των Κενταύρων αερικό η ψυχή μου χορεύει μέσα στα σπλάχνα του.

Η γήινη σφαίρα μου δεν δύναται να κρατήσει το βάρος της.
Ένας μουντός καιρός άκαιρος σεργιανίζει σε άγια χώματα

είναι ο Άγιος πόνος που λιμνάζει σπέρνοντας διχόνοια.

Ένα ρόδο αιμάτινο έκπτωτο αγκάθι στην πορεία της ζωής.

Ένας αιμάτινος χιτώνας σεργιανίζει σε Άγια χώματα.

Πού και πού ακούω την ψυχή μου να φωνάζει, να κραυγάζει άναρθρα.

Μην μου απλώνεις το χέρι πόνε!

Που όλα μου τα πήρες,

τα μάτια απ’ την ψυχή,

την ψυχή απ’ το σώμα, το σώμα από μένα.

Μέσα στην υπόκωφη σιωπή της θάλασσας τα ζάρια που χτυπάνε.
Άλλο τη ματωμένη σου σιωπή δεν αντέχω.
Επιδαψιλεύω στις σελίδες μου λόγια όμορφα.
Ενστερνίζομαι το ψιθύρισμα της θάλασσας,

αιμορραγώ πάνω στο ηλιοβασίλεμα της πρώτης νιότης μου,

το επέκεινα ενός θανάτου.

Και γίνομαι σύννεφο,

είμαι νεφελοβάμων και παράλληλα νεφελοβατώ,

αμφιρρέπω ανάμεσα ουρανού και Νεφελοκοκκυγίας.

Και πάλι λέω πως αυτό που έχασα είναι η ενατένιση της ψυχής μου,

διαλεκτική ανάμεσα σε μένα και σε μένα.
Πορεία μέσα στο χρόνο.

Νεφέλη

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Δεν χρειάζεται κανένα τίτλο...


Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής"
Μην κλειστό στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...
*
*
*
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ότι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν έρημους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια
και οινόπνευμα για να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.
Εμένα οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
Τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων
δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ότι λάχει.
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.
*
*
*
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ' άφησαν-
και την πόλη.
Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας "φασίστες!!"
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ' ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ' ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
- γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
"έτσι" "αόριστα"
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ με τ΄ όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.
Κατερίνα Γώγου

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Tο ποίημα


Το ποίημα παιδί σε εμβρυακή στάση
Δίπλα στο κύμα ξεχνιέται στα ρέμβη του νου
Με ορίζει με κλάμα που τρίζει
Με απιθώνει σε γέλιο που λύνει
Στο δωμάτιο εκείνο το σκοτεινό τον φόβο που προστάζει τα μυστικά του
Ενώ μειδιά ψιθυρίζοντας ένα άπληστο δίλημμα

Το ποίημα παλιάτσος που δακρύζει στο αέναο όνειρο της απαντοχής μου;
Ή μήπως διαφυγή από την επιλογή ώστε άλυτο να μείνει;

Ξυπνώ με ένα λυγμό μιας άηχης κραυγής.

Νεφέλη Σμίχελη

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Aνήμερη λήθη μου


Ντύνομαι με φτιασίδια για να ξεδιψάσω
Την ανήμερη λήθη μου,
Συλλαβίζω τα ξέφτια της τύψης
Που σφυρίζουν στην άκρη του απόλυτου
Σύμπαντος,
Ξεκινάω για να συναντήσω την οργή
Και συχνά σμίγω με το ανέλπιστο
Που ξεπηδά από τις μαύρες τρύπες
Του αχαλίνωτου μηδέν.
Νεφέλη Σμίχελη

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Σεμνότητα της λάξευσης


Αφήνει η ψυχή την λάμψη της
στην ψίχα των δακτύλων,
κυρτό το δάκρυ
στο γείσο της φωνής
εκφύει ύμνους που μαλάσσουν τη φωτιά
στο μεϊντάνι των ονείρων
υφαίνει τα κρυφά τέλια
της καρδιάς,
δέξου! με το καλέμι να σε λαξεύσω
και τα θλιμμένα απομεσήμερα
του φθινοπώρου στα γόνατα να σπάσω


Νεφέλη Σμίχελη

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Καλύτερα χωρίς τίτλο


Γεννήθηκα μια μέρα που το χάραμα ίσκιους ανέτειλε

και το παιδί που είχα μέσα μου πότε έκλεγε και πότε γελούσε
Γεννήθηκα μέσα σε ένα μύθο

που τα κομμάτια του τα χάιδευε δειλά η ελπίδα

και η ψυχή ανάσαινε τους χτύπους της μοναξιάς
Γεννήθηκα μες στην πέτρα

και η χαρά δεν ήταν τίποτε άλλο
παρά μια ανάσα στο βροντερό γέλιο της καρδιάς
Γεννήθηκα αλφάδι που μετρούσε την υπερβολή

στα σταυροδρόμια της τρέλας μου

για να αποθέσει φόρο τιμής σε αυτό το κάτι που ζύγωνε...
Νεφέλη Σμίχελη

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Είπες...


Αναζητώντας τη θάλασσα που δεν έχει ενοχές,
με ένα κατάρτι από τυχάρπαστες ανάσες
αρμενίζω στις σιωπές της ψυχή σου.
Γεννήθηκα και φυτεύτηκα στις αμυχές του κορμιού σου,
Είπες να μπήγω στο φως ρανίδες σκότους από τα αναφιλητά μου
Είπες να κάνω γόνιμο το χέρσο χώμα της πνοής μου
Να ξεπλύνω την ανέκδοτη ασυνέχεια του σαλεμένου μου νου
Είπες να ταΐσω το σώμα με τη θέρμη μιας αγκαλιάς.

Νεφέλη Σμίχελη

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε


Η πείνα μου αμφίδρομη διαδρομή

σε ανίερους εραστές
Μετρώ το βάθος του μυαλού

και βγαίνω μείον στο δίνεσαι- δίνομαι
Απέναντί μου εγώ και η φυματική εμμονή μου

να κόβει στα δυο το σώμα που ανέθρεψα
Λες: το φως απ’ ο σκοτάδι δεν κατακτιέται
Λέω: πήρες λάθος δρόμο, η διαδρομή είναι αντίθετη.

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Διαδρομές


Σε διαδρομές αντίστροφες εκεί που το πνεύμα συναντά
Το σώμα και η ύλη διαφεύγει
Που την ηδονή ξεγελώ…
Εκεί ξεθηκαρώνω το ξίφος μου με τα δυο μου πόδια στέρεα στη γη
Να αισθάνομαι τις φτέρνες παλλόμενα κακτόφυλλα στην καρδιά των βλεφάρων μου
Εκεί στήνει η γηθοσύνη τη λαχτάρα της και παίζει με τις λέξεις
Μα μια ζωή δεν μου αρκεί,
Ο στόχος δεν με συγκινεί,
Τα γράμματα δεν με βαστούν
Για αυτό και εγώ ζύγισα τα χέρια μου,
Φίλησα τον ίσκιο μου
Και φώναζα μέσα απ’ τη σιωπή:
"Χτύπα, χτύπα κι άλλο,
Πιο βαθιά πιο πολύ
Ρίξε, ρίξε όλο το θάνατο αντέχω"!

Ήταν εκεί να με θανατώνει
Να με τεμαχίζει
Να με θάβει στους δαιδαλώδεις δρόμους της
Και ήταν πάλι εκεί
Να με θωπεύει
Να με βαυκαλίζει
Με «ερωτικά σονέτα»
«ελεύθερους πολιορκημένους»
Και έναν «ήλιο πρώτο»
Νεφέλη Σμίχελη

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

....


Η φωνή σπάει
Ανθίζουν τα φύλλα της
Τα μάτια χαμηλώνουν

Υποκλίνομαι
Στο πρώτο πέταγμα
Κύκνου λευκού.

Πλημμύρισε η ψυχή...

Μια κινούμενη άμμο...

λευκές κόλλες...

Τώρα που η μέρα έφυγε

Έχασα την ενατένιση των πραγμάτων

Ώρες , στιγμές , μέρες

Επιμένουν

Θρύψαλα παντού

συνεχές βουητό μελισσών

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

dream on

Ένα κομμάτι που λατρευω, μα πιο πολύ τους στίχους

Λέξη μου καλή αυτό είναι το βίντεο(τίποτα το ιδιαίτερο) βλέπεις το χεβι μεταλ με κυνηγά

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Γιατί έτσι


Έρχομαι…
δίνω τροφή στη σάρκα μου
και ακολουθώ το χνάρι
με τη χαρακιά στο αριστερό μάτι.
Πονάω…
μα δεν ακούω τα βήματα της κούφιας ησυχίας.
Το κουβάρι που τύλιξες
κόκκινο αποτύπωμα στο δρόμο της αναμονής,
το πέταξα μα μου γύρισε πίσω,
στις κατακόμβες του μυαλού μου
εσύ κύριε μου σατιρίζεις την αφέλεια του εφήμερου.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Χωρίς τίτλο


Έσυρα τη φωνή
σε διαδρομές αντίστροφες
εκεί που το πνεύμα συναντά το σώμα
και η ύλη διαφεύγει της οντότητας
έσυρα φωνή στις φτέρνες
των ματόφυλλων
ξαμώνοντας στα λιθάρια
και μπήγοντας λεπίδια
στον αυτόχειρα καιρό.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Είναι δεκατριών και γράφει…


Ο χωρισμός μπορεί να είναι δύσκολός, αλλά η αγάπη δυσκολότερη
Όταν ακούς τη λέξη «σ’ αγαπώ», διαπερνά το σώμα σου σαν κόκκοι άμμου από ανεμοθύελλα που τρυπάνε την καρδιά σου και την ανοίγουν διάπλατα σε αυτόν που αγαπάς. Όταν ακούς τη λέξη «σ’ αγαπώ» φουσκώνουν τα πνευμόνια σου και ξεφυσάς από το βάρος που έχει αυτή η λέξη. Το πρόσωπό σου είναι σαν το σύμπαν, τα μάτια σου είναι δυο μεγάλα άστρα που λάμπουν όλη τη μέρα εκτός απ’ όταν ξεκουράζονται για να είσαι όλο και πιο δυνατή την άλλη μέρα, πιο δυνατή και πιο όμορφη, όταν τα μάτια σου με κοιτάζουν μαγεύομαι κι όταν με ακουμπάς αλλάζω τη ζωή μου και φεύγω στο διάστημα ελπιδοφόρος ότι θα βρω κάτι ομορφότερο από σένα αλλά μάταια ψάχνω για αυτό το λόγο αγάπη μου σε αγαπώ. Με κάθε σου βήμα έρχεσαι και πιο κοντά σε μένα με κάθε σου χαμόγελο μου δίνεις ελπίδες για το κάθε «γιατί» στην ευτυχισμένη αλλά και μίζερη ζωή μου για μένα είσαι το ουράνιο τόξο μετά την βροχή γιατί το σώμα ερωτεύεται αλλά η ψυχή αγαπάει. Η αγάπη μου είναι ένα καράβι, σε όλες τις φουρτούνες σηκώνεται και συνεχίζει αλλά κανείς δεν ξέρει αν τα βράχια που θα συναντήσει θα το βοηθήσουν ή θα το κάνουν κομμάτια. Για όλα αυτά δεν μπορώ να αφήσω αυτό το ποίημα χωρίς να πω «Σ’ αγαπώ».
Γ.Κ

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2008

Και τι τίτλο να βάλω;


Το μάτι μου κλείνει
στην αθέατη πραγματικότητα
μιας ξοδεμένης έκρηξης,
δίχως σημασία η ροή του λόγου
γελάει σαν τεντωμένη χορδή βιολιού,
απώτερος σκοπός μου
η διαφυγή προς την ελπίδα.

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Φυγόκεντρος ενέργεια


Η αντοχή μου έγινε πίστη
και η κλίνη μου μισό αποτύπωμα στη θέα του παράλογου
ο πόνος μου διανθισμένα τριαντάφυλλα.
Εγώ είμαι ένα σύννεφο
που μετάλαβε στην άκρα του ουρανού
το μέλι μιας πανάρχαιας συνουσίας,
κατοικώ στο μαντείο του άπειρου
μετουσιώνοντας το χάος σε εκλάμψεις
εγώ είμαι μια νεφέλη
που γυρνάει σε καιρό αγρύπνιας
να κλείσει τα παραθυρόφυλλα της μάνας γης.
Σε μια αιωνιότητα και κάτι
ανασκαλεύω το χορτάρι της γης…
το χέρι πού είναι το χέρι σου;
και γω που έμαθα να σέβομαι τον θάνατο
μέχρι να συμπληρώσω την ύπαρξή μου,
έπεσα απ’ την ψυχή μου, χάμω.
Νεφέλη Σμιχελη

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Η μικρή Νεφέλη


Τράμπα, τραμπαλίζεται πέφτει και τσακίζεται
Ποιος κάνει τραμπάλα στην ψυχή μου;
Γιατί λέμε ότι πονάει η ψυχή;
Θρήνος στην κλίνη του άπειρου.
Δεν έχω χρόνο μόνο κάτι ναυαγισμένα λεπτά
που μου ροκανίζουν το μυαλό.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Χωρίς τίτλο... Παραλήρημα


Ανασαίνω τον φόβο και θρέφω την ελπίδα...


Η σκέψη άρρηκτα συνδεδεμένη με το χρόνο ο χρόνος κύμα που σκάει στο βράχο του υποσυνειδήτου, το υποσυνείδητο άμπωτη στα χέρια, στα χέρια που αραξοβόλισαν σε λιμάνι στείρο, παναλκής στρέφει το πρόσωπο ο θάνατος μα δεν τον φοβάμαι πολεμάω της ψυχής μου τα ύστερα για την αδυναμία μου ζητώ συχώρεση (αν μπορώ να ζητήσω από κάπου). Του πεύκου η ακίδα μεστώνει στο κορμί, αίμα στα σπλάχνα του χριστού μου που σταύρωσα και ανάστησα από το πέλμα της άγουρης ελευθερίας μου.

Ανασαίνω τον φόβο και θρέφω την ελπίδα...

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Φλέρυ Νταντωνάκη


"εγώ είμαι ένα σύννεφο"


Λίγο πριν την πρόβα ήχου, η Φλέρυ εξαφανίστηκε.

Όλοι πάγωσαν, δοκίμαζε το ενδιαφέρον τους άραγε

για να την ψάξουν και να την φέρουν πίσω, μάλλον έτσι είναι.

...........................................................................................................

...........................................................................................................

Αυτή ήταν η πρώτη θέαση ενός πλάνου, η πρώτη φορά, ένα

πέρασμα που δεν είχα κανένα λόγο να πάω από κει ποτέ.

Ένα πλάνο που αρχίζει να κάνει κόκκους μέχρι που και-

γεται με το τρίτο κουδούνι της παράστασης.

..........................................................................................................

..........................................................................................................

κόσμος και μικρόκοσμος μπροστά της την άκουγε το βρά-

δυ, είχαν φέρει και τον Μάη μαζί τους, και στο τέλος τραγούδησαν

ένα τραγούδι, το είπαν όλοι, σαν παιδιά έγιναν, ο καθένας ξε-

χωριστά θυμήθηκε το αγγελούδι του κι αυτό τον καθένα.

.........................................................................................................

.........................................................................................................

το αόρατο είναι παρών, μας ξέρουν

με τα ονόματά μας κι εσύ που 'σαι ο πιο ξένος ανάμεσά μας,

κοίτα κι εσύ, κοίτα το αίμα που αιμορραγώ, αν μπορείς

να δεις ψηλά πως τρέχει απ' το μανίκι μου.

.........................................................................................................

.........................................................................................................

Κάθε βράδυ εκεί σαν σε ακρογιαλιά ζωές εν εξάρσει. Μια

σκηνή που ο Τρισμέγιστός της όπου πατούσε έλειωνε το χιό-

νι της ψυχής του καθενός.

........................................................................................................

........................................................................................................

Χάθηκε από μπροστά τους σαν να χάνεται μια

εκτυφλωτική ακτίνα στην επόμενη γωνία.

Χάθηκε όπως πρέπει να κρυφτεί για να σωθεί κάτι παρόμοιο.

Δεν ξέρω που πήγε και δεν την ρώτησα ποτέ.

.........................................................................................................

.........................................................................................................

Μου έλεγε επίσης πως νιώθει τον εαυτό της από τους τυ-

χερούς, αλλά το βλέπει αυτό σ' έναν κομματιασμένο κα-

θρέφτη και γύρω του υπάρχουν στάχτες από αρχαίες θυσίες,

και πως το νερό της βροχής ακόμα σβήνει τα αποκαΐδια

και κάνει σαν σειρήνα πάνω στη θερμοκρασία του, νιώθει

σαν ύπαρξη που είναι σαν σπήλαιο, και αυτός ο αντίλαλος

που ακούει εκεί την ορίζει.


Η Φλέρυ Νταντωνάκη έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 1998,
και αναπαύεται στο κοιμητήριο της Παιανίας,
πλάι στη αγαπημένο της Μάνο Χατζιδάκι.
Βιοι Αγίων.
Απόσπασμα από τα βιβλίο.

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Τα παιδια παίζει


Οδηγίες παιχνιδιού :

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.






Το κάθε βιβλίο περιείχε εκατοντάδες αριθμημένα μέρη, που τα περισσότερα είχαν λίγη σχέση μεταξύ τους




Τα μέρη αυτά ήταν σύντομα, το πολύ δυο ή τρεις παράγραφοι, συχνά μόνο λιγες φράσεις και καμιά φορά απλώς ένας αφορισμός




Οι σκέψεις είναι σκιές των συναισθημάτων μας πάντα πιο σκοτείνες πίο άδειες και πιο απλές


Κανείς δεν πεθαίνει ποτέ από θανατηφόρες αλήθειες στις μέρες μας υπάρχουν πάρα πολλά αντίδοτα.






Δίνω πάσα στους:


misstati

ector

κυκλιος χορός

tsiailis






Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

Πολ Βερλαίν


ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ


Νύχτα. Βροχή. Ένας ουρανός θαμπός, που τον σπαθίζει,

όσο είναι φως, με πύργους και με τόξα, η σιλουέτα

πολιτείας γοτθικιάς, μακριά μες στο σταχτί σβησμένης.

Κάμπος. Μια αγχόνη, από κορμιά που σήπονται γεμάτη,

που με τις μύτες τα σκουντούν τ' αχόρταγα κοράκια,

κι ενώ χορεύουν άμοιαστες πόλκες στον στον μαύρο αέρα,

τα κρεμασμένα πόδια τους τα 'χουν οι λύκοι δείπνο.

Αγκάθια σκόρπια, λιγοστά χαμόδεντρα και πρίνοι,

που δώθε κείθε όλο πετούν των φύλλων τους τα σκιάχτρα

μέσα στο σάλο της καπνιάς, καθώς σε σκίτσου φόντο.

Κι ύστερα, γύρω από δυο τρεις νεκρόθωρους δεσμώτες,

που παν γυμνόποδοι, φρουροί διακόσοι κι εικοσπέντε

τους πάνε, και τ' ατσάλια τους, ορθά σαν λύσγου ατσάλια,

γυαλίζουνε, αντιμέτωπα με της βροχής τις λόγχες.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ


Η δύση άφηνε τις ύστατες αχτίδες

κι ο άνεμος τα χλωμά τα νούφαρα κινούσε,

τ' ανοιχτά νούφαρα, μέσα από τα καλάμια

θλιβερά γυάλιζαν στο άτρεμο κύμα απάνω.

Μόνος πλανιόμουνα, σέρνοντας την πληγή μου

μέσα από τις ιτιές, μπρος στων νερών το μάκρος,

που η πάχνη η άπλαστη όμοιαζε μεγάλο

φάντασμα άσπρο σαν το χιόνι, απελπισμένο,

με τις άγριες πάπιες μαζί θρηνώντας,

που τα φτερά χτυπάν κι η μια την άλλη κράζουν,

μέσα από τις ιτιές, που ολόμονος πλανιόμουν

σέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθε

το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει

της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του

και τα νούφαρα, μεσ' από τα καλάμια,

τ' ανοιχτά νούφαρα στο άτρεμο κύμα απάνω.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΕΝΑΣ ΒΑΘΥΣ, ΜΑΥΡΟΣ ΥΠΝΟΣ


Ένας βαθύς, μαύρος ύπνος

πέφτει απάνω στη ζωή μου.

Κάθ' ελπίδα μου, κοιμήσου.

Κάθε αποθυμιά μου κοίμου.


Τίποτε δε βλέπω πια,

χάνονται όλα μες στη λήθη

το καλό και το κακό...

Ω θλιμμένο παραμύθι!


Είμαι σα μια κούνια

που ένα χέρι την κουνάει

στην κρυφή σπηλιά.

Σιωπή!... μιλιά!...


Μετάφραση:Λάμπρος Πορφύρας.



ΑΚΟΥ, ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΘΛΙΒΕΤΑΙ


Άκου, το κέρας θλίβεται κατά τα δάση

κι έχει τόσον καημό, που ορφάνιες θυμίζει

κι έρχεται ως του βουνού τα πόδια να σωπάσει

με τ' αγέρι που τρέχει και στενά γαβγίζει.


Του λύκου κλαί' η ψυχή σε τούτη τη φωνή

που βγαίνει (όπως κι ο ήλιος, που όλο χαμηλώνει)

από μιαν αγωνία που μοιάζει ταπεινή

και που μια σε μαγεύει, μια σε φαρμακώνει.


Το παράπονο τούτο ως για να το χορταίνει,

σε ξέφτια μακρουλά το χιόνι κατεβαίνει,

με τον ήλιο που μέσα στο αίμα βασιλεύει.


Στεναγμός χινοπώρου μοιάζει η ατμοσφαίρα:

ω, τόσο είναι γλυκιά η μονότονη εσπέρα,

που ο τόπος ο ήμερος τον ύπνο του γυρεύει.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΤΑ ΧΕΡΙΑ


Τα χέρια τ' ακριβά, δικά μου που έγιναν,

ωραία ωραία, μικρά μικρά,

κι ύστερ' απ' όλα τα θανάσιμα γλιστρήματα

κι απ' όλα αυτά τ' ανίερα κοσμικά.


Ύστερ' από τ' αραξοβόλια και τις αμμουδιές

κι από τους τόπους κι από τα λημέρια,

ρηγικά χέρια πιο πολύ κι απ' των παραμυθιών,

μου ανοίγουν τα όνειρα τ' αγαπημένα χέρια.


Ονειρευτά χέρια απλωμένα απάνου απ' την ψυχή μου,

τάχα το ξέρω εγώ τι θα 'χετε καταδεχτεί

να ειπείτε της ψυχής μου που μαράζωσε

μέσα σ' αυτού του κόσμου την κακούργα βοή;


Τάχα είναι ψέμα το όραμα σεμνό που το ανοίγω,

συμπάθειας όραμα πνευματικής,

μιας επιστήθιας, μιας απέραντης αγάπης,

στοργής που όλα μου απάνου της τα παίρνει μητρικής;


Αγαπημένα μου όνειρα, χεράκια μου αγιασμένα

πόνε πανώριε, ποθητέ δαρμέ μου εσύ,

τα χέρια αυτά, τα χέρια αυτά, σεπτά μου χέρια,

κάματε τη χειρονομία που συγχωρεί.


Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς.

Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

Έμιλυ Ντίκινσον


ΙΙΙ
Πάρε το μερτικό σου απ' τη νύχτα

κι απ' την αυγή, ό,τι σου δίνει νιώσε.

Τ' άδεια σου βράδια μ' ευτυχία πνίχτα

και το κενό στην καταφρόνια δώσε.


Ένα άστρο δώθε, πιο κει κι άλλο, κι άλλο,

μα κάποια το στρατί τους έχουν χάσει.

Μια καταχνιά παντού, πέπλο μεγάλο,

κι ύστερα νέα μέρα θενά φτάσει.



ΧVII
Να πολεμάς στα φανερά, πόσο λογιέται ανδρείο!

Μα μοιάζει γενναιότερο κι απ' ό,τι είναι συνήθως

τις λεγεώνες δυστυχίας, εχθρικό φορτίο,

μόνοι τους όσοι πολεμούν μες στο δικό τους στήθος.


Που κι αν κερδίζουν κι αν νικούν, λαοί δεν τα μαθαίνουν,

που χάνονται και μητ΄αυτό κανείς το συζητάει,

που τα θλιμμένα μάτια τους πατρίδα, σαν πεθαίνουν,

καμιά με πατριωτική λατρεία δεν κοιτάει.


Πιστεύουμε σ' αέρινη κι ουράνια λιτανεία,

πάντα βαδίζουν οι άγγελοι, λευκά φτερά ζωσμένοι,

προσεκτικά σειρά- σειρά, με τάξη δίχως βία,

κι είν' οι χιτώνες που φορούν λευκοί σαν χιονισμένοι.



XXIII
Δεν είχα χρόνο πια για να μισήσω

καθώς το μνήμα μού 'φράζει τη φόρα,

μήτε ζωή είχα τόση για να ελπίσω

πως κάθε αμάχη θα χαθεί μιαν ώρα.


Δεν είχα χρόνο πια για ν' αγαπήσω

κι αν είχα κάποια πρόθεση, και μόνο

στη σκέψη πως μπορεί να προσπαθήσω,

μου μοιάζει βάσανο και φέρνει πόνο.


C
Δεν θα βρεθεί κανένα πλοίο για να ταξιδέψεις

σαν το βιβλίο και να πας στα μακρινά τα ξένα,

μητ' άλογο σβέλτο πολύ να το καβαλικέψεις,

σαν μια σελίδα ποίησης με λόγια φτερωμένα.


Τέτοιο ταξίδι ανέξοδο και το φτωχό συμφέρει,

δεν του γυρεύουν διόδια και ναύλα δεν χρωστάει.

Τόσο λιτό, κι όμως παντού το νου μας μεταφέρει.

το μέσο αυτό που ταξιδιώτες όλους μας χωράει.


XCIX
Εκείνο που φοβόμουνα μην έρθει κι αγωνιούσα,

ήρθε, μα με λιγότερο φόβο που είχα σκιαχτεί,

γιατί η τρομάρα που καιρό μαζί μου κουβαλούσα,

του ΄κανε λευκορόδινο το χρώμα το σταχτί.

Βρίσκεται μια προσαρμογή, το βίωνα, το ζούσα,

στον τρόμο, στην απελπισιά μόλις ξεπεταχτεί.


Είναι πολύ χειρότερο να ξέρεις πως θα φτάσει,

παρά να δεις πως έφτασε, πως βρίσκεται κοντά,

στου πανικού τα σύνορα τα νεύρα σου έχουν σπάσει,

και το πρωί καινούργιος τρόμος πάλι σε κεντά.

Φρικτότερο, μα πιο καλά σαν έχει πια ξεσπάσει,

παρά ο φόβος μια ζωή δέσμιο να σε κρατά.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Οσιπ Μαντελστάμ


Σύγχρονος κανενός δεν ήμουνα ποτέ,

δεν μου εδόθη αυτή η χάρη

αντιπαθώ όσους τ' όνομά μου φέρουν,

απλή συνωνυμία, δεν είμαι εγώ.


Βαριά έχει τα βλέφαρα ο άρχοντας αιώνας

και στόμα πήλινο λαμπρό,

όμως στο χέρι το ρικνό του γερασμένου γιού του

πεθαίνοντας θαρρώ πως θα προσπέσει.


Τ' αρρωστημένα μάτια μου άνοιξα μαζί με τον αιώνα,

πελώρια μήλα νυσταγμένα,

όμως τα βροντερά πατάμια μου ιστόρησαν

την κρίση και τη δίκη του αιώνα.


Εκατό χρόνια πριν με τα λευκά προσκέφαλα

ένα κρεββάτι άσπριζε εκστρατείας

Παράξενα τεντώθηκε το πήλινο κορμί

ο αιώνας τελείωσε το πρώτο του μεθύσι.


Ανάμεσα στην πανανθρώπινη, που τρίζει την πορεία

πόσο ανάλαφρο κρεββάτι.

Μα τι να γίνει; Αν για να φτιάξουμε άλλο δεν μπορούμε,

ας ζήσουμε κατά τον τρόπο του αιώνα.


Ζεστό κρεββάτι μου, τροχόσπιτο ή σκηνή,

πεθαίνει ο αιώνας και μετά

δυο νυσταγμένα μήλα τα δυο μάτια μου

κι η φτερωτή τους φλόγα καίει βαθιά.


1924


O ΑΙΩΝΑΣ

Αιώνα μου θεριό μου, ποιός θα μπορέσει ποτέ

μέσα απ' τις κόρες των ματιών σου να κοιτάξει

και με το αίμα του να ενώσει

τους σπόνδυλους των δυο εκατοντάχρονων;

Αίμα, δημιουργικό αίμα, πώς πάλλεις στο λαιμό

των εγκόσμιων πρσγμάτων,

κι η ραχοκοκκαλιά να τρίζει

στο κατώφλι των καινούργιων καιρών.



Τα πλάσματα σου, ως εκεί που φτάνει η ζωή

πρέπει να ξαπλώσει τη σπονδυλική του στήλη,

καθώς τ' αόρατο το κύμα παίζει

με το δικό σου ραχοκόκκολο.

Σαν τρυφερός παιδιάστικος χόνδρος

μοιάζει ο νεαρός της Γης μας ο αιώνας.

Σαν πρόβατο για τη σφαγή

τον φέρνουνε ξανά.



Και για να χτίσουμε το νέο κόσμο

απ' τα δεσμά να τον αρπάξουμε πρέπει

τα τσακισμένα του τα γόνατα

με φλάουτα να τα ενώσουμε.

Ο αιώνας τούτος στο κύμα λικλνίζει

τον καημό των ανθρώπων.

Ως κι η οχιά πια θ' ανασαίνει

στο χρυσό το δικό του ρυθμό.



Μετά θ' ανοίξουν τα μπουμπούκια

θα πρασινίσει κι όλη η γης.

Όμως είναι σπασμένη η ραχοκοκκαλιά σου,

θλιμένε μου , πανέμορφε αιώνα.

Και μ' ένα ασημένιο χαμόγελο

θωρώντας προς τα πίσω προχωρείς

σαν το αυκίνητο θεριό

στ' αχνάρια απ' τις δικές του τις πατούσες.



Αίμα, δημιουργικό αίμα, που χτυπάς

στο λαιμό των εγκόσμιών πραγμάτων

και σφαδάζεις σαν ψάρι

στα ζεστά τ' ακρογιάλια.

Απ' των πουλιών το πέταγμα

στο θανάσιμο τραύμα σου, αιώνα μου,

αδιάφορο τρέχει το αίμα.

1922

.

Μέσα μου κρύβομαι κλειστός,

γύρω μου πλέκομαι κισσός,

τον εαυτό μου ανυψώνω.


Εμένα θέλω και πετώ

στον ίδιο μου τον εαυτό

και τις φτερούγες μου απλώνω.


Αητός, επάνω απ' τα νερά

βλέπω συντρίμμια τη φωλιά

μέσα στην άβυσσο χαμένη.



Και λούζομαι τον κεραυνό

την αστραπή παρακαλώ

το σύννεφο με περιμένει.


1911


Πού να κρυφτώ ετούτο το Γενάρη

Η πόλη παραλόγιασε, γαντζώνει, στο κορμί.

Απ' τις κλειστές τις πόρτες μέθυσα θαρρείς

κι ανάμεσα απ' τις κλειδωνίες μού 'ρχεται να ουρλιάξω.



Οι κρεμασμένες κάλτσες στ' αδιέξοδα γαυγίζουν

και σκεβρώσαν τα μαγαζιά στους δρόμους

και στη γωνιά οι ζήτουλες κρυμμένοι

να μην τους δεις ξεφεύγουν βιαστικά.


Σε παγωμένο λάκκο με νερά

το σπυριασμένο χώνω το κεφάλι,

νεκρόν εισπνέω αγέρα, πνίγομαι,

μαύρα πουλιά πετούν στον πυρετό μου,


κι εγώ τα κυνηγώ και χάνομαι

σα μέσα από βαρέλι να φωνάζω:

"Τον αναγνώστη! Το φίλο! Το γιατρό"

Στη σκάλα την αγκαθερή να κουβεντιάσω.

Γενάρης - Φλεβάρης 1937.




Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2008

Νικηφόρος Βρεττάκος


Ὁ πράσινος κῆπος

Ἔχω τρεῖς κόσμους. Μιὰ θάλασσα, ἕναν
οὐρανὸ κι ἕναν πράσινο κῆπο: τὰ μάτια σου.
Θὰ μποροῦσα ἂν τοὺς διάβαινα καὶ τοὺς τρεῖς, νὰ σᾶς ἔλεγα
ποῦ φτάνει ὁ καθένας τους. Ἡ θάλασσα, ξέρω.
Ὁ οὐρανός, ὑποψιάζομαι. Γιὰ τὸν πράσινο κῆπο μου,
μὴ μὲ ρωτήσετε.

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.

Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα

Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺςμιλήσω
ἑλληνικά, ἐπειδὴδὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξύ τους μὲ μουσική.


Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε

Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση,
Κύριε,δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.


Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγω ψωμί,
μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.
Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή!
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά.Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!
Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης της γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;... Νἀρθεῖς!


Σοῦ στήνω μία καλύβα

Σοῦ στήνω μία καλύβα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων,
ἕνα κῆπο νὰ περπατᾷς,ἕνα ρυάκι νὰ καθρεφτίζεσαι,
μιὰ πλούσια πράσινη φραγὴ νὰ μὴν σὲ βρίσκει ὁ ἄνεμος
ποὺ βασανίζει τοὺς γυμνοὺς - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!
Σοῦ στήνω τ᾿ ὅραμά σου πάνω σ᾿ ὅλους τοὺς λόφους,
νὰ σοῦ φυσάει τὸ φόρεμα ἡ δύση μὲ δυὸ τριαντάφυλλα,
νὰ γέρνει ὁ ἥλιος ἀντίκρυ σου καὶ νὰ μὴ βασιλεύει,
νὰ κατεβαίνουν τὰ πουλιὰ νὰ πίνουνε στὶς φοῦχτες σου
τῶν παιδικῶν ματιῶν μου τὸ νερὸ - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!
(να μου επιτρέψετε να το αφιερώσω
Στην λέξη μου)

Δίχως ἐσέ

Δίχως ἐσὲ δὲν θἄβρισκαν
νερὸ τὰ περιστέρια
δίχως ἐσὲ δὲ θἄναβε
τὸ φῶς ὁ Θεὸς στὶς βρύσες του
Μηλιὰ σπέρνει στὸν ἄνεμο
τ᾿ ἄνθη της, στὴν ποδιά σου
φέρνεις νερὸ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό,
φῶτα σταχυῶν κι ἀπάνω σου
φεγγάρι ἀπὸ σπουργῖτες.

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτε
θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος- Ἔχω ζεσταμένο
στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο κι ἔχε τὸ νοῦ σου
στὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.
(και αυτό για σένα)
.
.
.
.
Tρίτη , 12 φλεβάρη , στις 7 το απόγευμα

βιβλιοπωλείο "Μικρός Κοραής"

Παπάγου 7 και Αριστοφάνους γωνία,
Xαλάνδρι
-πολύ κοντά στην πλατεία Δούρου-
Παρουσιάζεται το βιβλίοτης Καθηγήτριας Κονδύλη Ελένης..
Αραβικός Πολιτισμός

εκδόσεις ελληνικά γράμματα

είστε καλεσμένοι.

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

Κορμί με σάρκα


Πήρα στα χέρια μου τον ωκεανό
Πυρπόλησα τα χαμένα φεγγάρια της ξεγνοιασιάς και ξεγέλασα τον θάνατό μου.Τη γλώσσα του κορμιού τη διδάχτηκα μέσα απ’ τις σιωπές των τρελών
καταλήγοντας
πως η σάρκα αφουγκράζεται ρίψεις βότσαλων σε ωκεανούςκαι τα όνειρα -- απ’ τον καταιγισμός μιας αόρατης επιθυμίας για ζωή--
την διαφεντεύουν.Το κορμί καμιά λογική δεν τ’ οδηγεί μόνο η φαντασία της ψυχής μπορεί να τιθασεύσει την απεραντοσύνη του
και την ουσία του την αναζήτησα στις πνοές του κόσμου μα δεν τη συνέλαβα γιατί
δεν μπορείς να ορίσεις κάτι απόλυτα ατίθασο.
Τη σημασία της σάρκας την απέθεσα στο γείσο της αιώνιας περιπλάνησης παρέα με το χρόνο έτσι καθώς σχίζω στα δυο τον συρμό της σκέψης.


Νεφέλη Σμίχελη