Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

Πολ Βερλαίν


ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ


Νύχτα. Βροχή. Ένας ουρανός θαμπός, που τον σπαθίζει,

όσο είναι φως, με πύργους και με τόξα, η σιλουέτα

πολιτείας γοτθικιάς, μακριά μες στο σταχτί σβησμένης.

Κάμπος. Μια αγχόνη, από κορμιά που σήπονται γεμάτη,

που με τις μύτες τα σκουντούν τ' αχόρταγα κοράκια,

κι ενώ χορεύουν άμοιαστες πόλκες στον στον μαύρο αέρα,

τα κρεμασμένα πόδια τους τα 'χουν οι λύκοι δείπνο.

Αγκάθια σκόρπια, λιγοστά χαμόδεντρα και πρίνοι,

που δώθε κείθε όλο πετούν των φύλλων τους τα σκιάχτρα

μέσα στο σάλο της καπνιάς, καθώς σε σκίτσου φόντο.

Κι ύστερα, γύρω από δυο τρεις νεκρόθωρους δεσμώτες,

που παν γυμνόποδοι, φρουροί διακόσοι κι εικοσπέντε

τους πάνε, και τ' ατσάλια τους, ορθά σαν λύσγου ατσάλια,

γυαλίζουνε, αντιμέτωπα με της βροχής τις λόγχες.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ


Η δύση άφηνε τις ύστατες αχτίδες

κι ο άνεμος τα χλωμά τα νούφαρα κινούσε,

τ' ανοιχτά νούφαρα, μέσα από τα καλάμια

θλιβερά γυάλιζαν στο άτρεμο κύμα απάνω.

Μόνος πλανιόμουνα, σέρνοντας την πληγή μου

μέσα από τις ιτιές, μπρος στων νερών το μάκρος,

που η πάχνη η άπλαστη όμοιαζε μεγάλο

φάντασμα άσπρο σαν το χιόνι, απελπισμένο,

με τις άγριες πάπιες μαζί θρηνώντας,

που τα φτερά χτυπάν κι η μια την άλλη κράζουν,

μέσα από τις ιτιές, που ολόμονος πλανιόμουν

σέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθε

το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει

της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του

και τα νούφαρα, μεσ' από τα καλάμια,

τ' ανοιχτά νούφαρα στο άτρεμο κύμα απάνω.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΕΝΑΣ ΒΑΘΥΣ, ΜΑΥΡΟΣ ΥΠΝΟΣ


Ένας βαθύς, μαύρος ύπνος

πέφτει απάνω στη ζωή μου.

Κάθ' ελπίδα μου, κοιμήσου.

Κάθε αποθυμιά μου κοίμου.


Τίποτε δε βλέπω πια,

χάνονται όλα μες στη λήθη

το καλό και το κακό...

Ω θλιμμένο παραμύθι!


Είμαι σα μια κούνια

που ένα χέρι την κουνάει

στην κρυφή σπηλιά.

Σιωπή!... μιλιά!...


Μετάφραση:Λάμπρος Πορφύρας.



ΑΚΟΥ, ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΘΛΙΒΕΤΑΙ


Άκου, το κέρας θλίβεται κατά τα δάση

κι έχει τόσον καημό, που ορφάνιες θυμίζει

κι έρχεται ως του βουνού τα πόδια να σωπάσει

με τ' αγέρι που τρέχει και στενά γαβγίζει.


Του λύκου κλαί' η ψυχή σε τούτη τη φωνή

που βγαίνει (όπως κι ο ήλιος, που όλο χαμηλώνει)

από μιαν αγωνία που μοιάζει ταπεινή

και που μια σε μαγεύει, μια σε φαρμακώνει.


Το παράπονο τούτο ως για να το χορταίνει,

σε ξέφτια μακρουλά το χιόνι κατεβαίνει,

με τον ήλιο που μέσα στο αίμα βασιλεύει.


Στεναγμός χινοπώρου μοιάζει η ατμοσφαίρα:

ω, τόσο είναι γλυκιά η μονότονη εσπέρα,

που ο τόπος ο ήμερος τον ύπνο του γυρεύει.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΤΑ ΧΕΡΙΑ


Τα χέρια τ' ακριβά, δικά μου που έγιναν,

ωραία ωραία, μικρά μικρά,

κι ύστερ' απ' όλα τα θανάσιμα γλιστρήματα

κι απ' όλα αυτά τ' ανίερα κοσμικά.


Ύστερ' από τ' αραξοβόλια και τις αμμουδιές

κι από τους τόπους κι από τα λημέρια,

ρηγικά χέρια πιο πολύ κι απ' των παραμυθιών,

μου ανοίγουν τα όνειρα τ' αγαπημένα χέρια.


Ονειρευτά χέρια απλωμένα απάνου απ' την ψυχή μου,

τάχα το ξέρω εγώ τι θα 'χετε καταδεχτεί

να ειπείτε της ψυχής μου που μαράζωσε

μέσα σ' αυτού του κόσμου την κακούργα βοή;


Τάχα είναι ψέμα το όραμα σεμνό που το ανοίγω,

συμπάθειας όραμα πνευματικής,

μιας επιστήθιας, μιας απέραντης αγάπης,

στοργής που όλα μου απάνου της τα παίρνει μητρικής;


Αγαπημένα μου όνειρα, χεράκια μου αγιασμένα

πόνε πανώριε, ποθητέ δαρμέ μου εσύ,

τα χέρια αυτά, τα χέρια αυτά, σεπτά μου χέρια,

κάματε τη χειρονομία που συγχωρεί.


Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς.

2 σχόλια:

quartier libre είπε...

πολυ αγαπημένος ποιητής !

sinnefo rain είπε...

Είναι από τους ποιητές που διαβάζοντας τον σε πάει μια στο φως και μια στο σκοτάδι...