Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

Η μικρή Νεφέλη


Τράμπα, τραμπαλίζεται πέφτει και τσακίζεται
Ποιος κάνει τραμπάλα στην ψυχή μου;
Γιατί λέμε ότι πονάει η ψυχή;
Θρήνος στην κλίνη του άπειρου.
Δεν έχω χρόνο μόνο κάτι ναυαγισμένα λεπτά
που μου ροκανίζουν το μυαλό.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Χωρίς τίτλο... Παραλήρημα


Ανασαίνω τον φόβο και θρέφω την ελπίδα...


Η σκέψη άρρηκτα συνδεδεμένη με το χρόνο ο χρόνος κύμα που σκάει στο βράχο του υποσυνειδήτου, το υποσυνείδητο άμπωτη στα χέρια, στα χέρια που αραξοβόλισαν σε λιμάνι στείρο, παναλκής στρέφει το πρόσωπο ο θάνατος μα δεν τον φοβάμαι πολεμάω της ψυχής μου τα ύστερα για την αδυναμία μου ζητώ συχώρεση (αν μπορώ να ζητήσω από κάπου). Του πεύκου η ακίδα μεστώνει στο κορμί, αίμα στα σπλάχνα του χριστού μου που σταύρωσα και ανάστησα από το πέλμα της άγουρης ελευθερίας μου.

Ανασαίνω τον φόβο και θρέφω την ελπίδα...

Κυριακή 23 Μαρτίου 2008

Φλέρυ Νταντωνάκη


"εγώ είμαι ένα σύννεφο"


Λίγο πριν την πρόβα ήχου, η Φλέρυ εξαφανίστηκε.

Όλοι πάγωσαν, δοκίμαζε το ενδιαφέρον τους άραγε

για να την ψάξουν και να την φέρουν πίσω, μάλλον έτσι είναι.

...........................................................................................................

...........................................................................................................

Αυτή ήταν η πρώτη θέαση ενός πλάνου, η πρώτη φορά, ένα

πέρασμα που δεν είχα κανένα λόγο να πάω από κει ποτέ.

Ένα πλάνο που αρχίζει να κάνει κόκκους μέχρι που και-

γεται με το τρίτο κουδούνι της παράστασης.

..........................................................................................................

..........................................................................................................

κόσμος και μικρόκοσμος μπροστά της την άκουγε το βρά-

δυ, είχαν φέρει και τον Μάη μαζί τους, και στο τέλος τραγούδησαν

ένα τραγούδι, το είπαν όλοι, σαν παιδιά έγιναν, ο καθένας ξε-

χωριστά θυμήθηκε το αγγελούδι του κι αυτό τον καθένα.

.........................................................................................................

.........................................................................................................

το αόρατο είναι παρών, μας ξέρουν

με τα ονόματά μας κι εσύ που 'σαι ο πιο ξένος ανάμεσά μας,

κοίτα κι εσύ, κοίτα το αίμα που αιμορραγώ, αν μπορείς

να δεις ψηλά πως τρέχει απ' το μανίκι μου.

.........................................................................................................

.........................................................................................................

Κάθε βράδυ εκεί σαν σε ακρογιαλιά ζωές εν εξάρσει. Μια

σκηνή που ο Τρισμέγιστός της όπου πατούσε έλειωνε το χιό-

νι της ψυχής του καθενός.

........................................................................................................

........................................................................................................

Χάθηκε από μπροστά τους σαν να χάνεται μια

εκτυφλωτική ακτίνα στην επόμενη γωνία.

Χάθηκε όπως πρέπει να κρυφτεί για να σωθεί κάτι παρόμοιο.

Δεν ξέρω που πήγε και δεν την ρώτησα ποτέ.

.........................................................................................................

.........................................................................................................

Μου έλεγε επίσης πως νιώθει τον εαυτό της από τους τυ-

χερούς, αλλά το βλέπει αυτό σ' έναν κομματιασμένο κα-

θρέφτη και γύρω του υπάρχουν στάχτες από αρχαίες θυσίες,

και πως το νερό της βροχής ακόμα σβήνει τα αποκαΐδια

και κάνει σαν σειρήνα πάνω στη θερμοκρασία του, νιώθει

σαν ύπαρξη που είναι σαν σπήλαιο, και αυτός ο αντίλαλος

που ακούει εκεί την ορίζει.


Η Φλέρυ Νταντωνάκη έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 1998,
και αναπαύεται στο κοιμητήριο της Παιανίας,
πλάι στη αγαπημένο της Μάνο Χατζιδάκι.
Βιοι Αγίων.
Απόσπασμα από τα βιβλίο.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Τα παιδια παίζει


Οδηγίες παιχνιδιού :

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.






Το κάθε βιβλίο περιείχε εκατοντάδες αριθμημένα μέρη, που τα περισσότερα είχαν λίγη σχέση μεταξύ τους




Τα μέρη αυτά ήταν σύντομα, το πολύ δυο ή τρεις παράγραφοι, συχνά μόνο λιγες φράσεις και καμιά φορά απλώς ένας αφορισμός




Οι σκέψεις είναι σκιές των συναισθημάτων μας πάντα πιο σκοτείνες πίο άδειες και πιο απλές


Κανείς δεν πεθαίνει ποτέ από θανατηφόρες αλήθειες στις μέρες μας υπάρχουν πάρα πολλά αντίδοτα.






Δίνω πάσα στους:


misstati

ector

κυκλιος χορός

tsiailis






Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

Πολ Βερλαίν


ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ


Νύχτα. Βροχή. Ένας ουρανός θαμπός, που τον σπαθίζει,

όσο είναι φως, με πύργους και με τόξα, η σιλουέτα

πολιτείας γοτθικιάς, μακριά μες στο σταχτί σβησμένης.

Κάμπος. Μια αγχόνη, από κορμιά που σήπονται γεμάτη,

που με τις μύτες τα σκουντούν τ' αχόρταγα κοράκια,

κι ενώ χορεύουν άμοιαστες πόλκες στον στον μαύρο αέρα,

τα κρεμασμένα πόδια τους τα 'χουν οι λύκοι δείπνο.

Αγκάθια σκόρπια, λιγοστά χαμόδεντρα και πρίνοι,

που δώθε κείθε όλο πετούν των φύλλων τους τα σκιάχτρα

μέσα στο σάλο της καπνιάς, καθώς σε σκίτσου φόντο.

Κι ύστερα, γύρω από δυο τρεις νεκρόθωρους δεσμώτες,

που παν γυμνόποδοι, φρουροί διακόσοι κι εικοσπέντε

τους πάνε, και τ' ατσάλια τους, ορθά σαν λύσγου ατσάλια,

γυαλίζουνε, αντιμέτωπα με της βροχής τις λόγχες.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ


Η δύση άφηνε τις ύστατες αχτίδες

κι ο άνεμος τα χλωμά τα νούφαρα κινούσε,

τ' ανοιχτά νούφαρα, μέσα από τα καλάμια

θλιβερά γυάλιζαν στο άτρεμο κύμα απάνω.

Μόνος πλανιόμουνα, σέρνοντας την πληγή μου

μέσα από τις ιτιές, μπρος στων νερών το μάκρος,

που η πάχνη η άπλαστη όμοιαζε μεγάλο

φάντασμα άσπρο σαν το χιόνι, απελπισμένο,

με τις άγριες πάπιες μαζί θρηνώντας,

που τα φτερά χτυπάν κι η μια την άλλη κράζουν,

μέσα από τις ιτιές, που ολόμονος πλανιόμουν

σέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθε

το άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγει

της δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά του

και τα νούφαρα, μεσ' από τα καλάμια,

τ' ανοιχτά νούφαρα στο άτρεμο κύμα απάνω.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΕΝΑΣ ΒΑΘΥΣ, ΜΑΥΡΟΣ ΥΠΝΟΣ


Ένας βαθύς, μαύρος ύπνος

πέφτει απάνω στη ζωή μου.

Κάθ' ελπίδα μου, κοιμήσου.

Κάθε αποθυμιά μου κοίμου.


Τίποτε δε βλέπω πια,

χάνονται όλα μες στη λήθη

το καλό και το κακό...

Ω θλιμμένο παραμύθι!


Είμαι σα μια κούνια

που ένα χέρι την κουνάει

στην κρυφή σπηλιά.

Σιωπή!... μιλιά!...


Μετάφραση:Λάμπρος Πορφύρας.



ΑΚΟΥ, ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΘΛΙΒΕΤΑΙ


Άκου, το κέρας θλίβεται κατά τα δάση

κι έχει τόσον καημό, που ορφάνιες θυμίζει

κι έρχεται ως του βουνού τα πόδια να σωπάσει

με τ' αγέρι που τρέχει και στενά γαβγίζει.


Του λύκου κλαί' η ψυχή σε τούτη τη φωνή

που βγαίνει (όπως κι ο ήλιος, που όλο χαμηλώνει)

από μιαν αγωνία που μοιάζει ταπεινή

και που μια σε μαγεύει, μια σε φαρμακώνει.


Το παράπονο τούτο ως για να το χορταίνει,

σε ξέφτια μακρουλά το χιόνι κατεβαίνει,

με τον ήλιο που μέσα στο αίμα βασιλεύει.


Στεναγμός χινοπώρου μοιάζει η ατμοσφαίρα:

ω, τόσο είναι γλυκιά η μονότονη εσπέρα,

που ο τόπος ο ήμερος τον ύπνο του γυρεύει.


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.



ΤΑ ΧΕΡΙΑ


Τα χέρια τ' ακριβά, δικά μου που έγιναν,

ωραία ωραία, μικρά μικρά,

κι ύστερ' απ' όλα τα θανάσιμα γλιστρήματα

κι απ' όλα αυτά τ' ανίερα κοσμικά.


Ύστερ' από τ' αραξοβόλια και τις αμμουδιές

κι από τους τόπους κι από τα λημέρια,

ρηγικά χέρια πιο πολύ κι απ' των παραμυθιών,

μου ανοίγουν τα όνειρα τ' αγαπημένα χέρια.


Ονειρευτά χέρια απλωμένα απάνου απ' την ψυχή μου,

τάχα το ξέρω εγώ τι θα 'χετε καταδεχτεί

να ειπείτε της ψυχής μου που μαράζωσε

μέσα σ' αυτού του κόσμου την κακούργα βοή;


Τάχα είναι ψέμα το όραμα σεμνό που το ανοίγω,

συμπάθειας όραμα πνευματικής,

μιας επιστήθιας, μιας απέραντης αγάπης,

στοργής που όλα μου απάνου της τα παίρνει μητρικής;


Αγαπημένα μου όνειρα, χεράκια μου αγιασμένα

πόνε πανώριε, ποθητέ δαρμέ μου εσύ,

τα χέρια αυτά, τα χέρια αυτά, σεπτά μου χέρια,

κάματε τη χειρονομία που συγχωρεί.


Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς.

Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

Έμιλυ Ντίκινσον


ΙΙΙ
Πάρε το μερτικό σου απ' τη νύχτα

κι απ' την αυγή, ό,τι σου δίνει νιώσε.

Τ' άδεια σου βράδια μ' ευτυχία πνίχτα

και το κενό στην καταφρόνια δώσε.


Ένα άστρο δώθε, πιο κει κι άλλο, κι άλλο,

μα κάποια το στρατί τους έχουν χάσει.

Μια καταχνιά παντού, πέπλο μεγάλο,

κι ύστερα νέα μέρα θενά φτάσει.



ΧVII
Να πολεμάς στα φανερά, πόσο λογιέται ανδρείο!

Μα μοιάζει γενναιότερο κι απ' ό,τι είναι συνήθως

τις λεγεώνες δυστυχίας, εχθρικό φορτίο,

μόνοι τους όσοι πολεμούν μες στο δικό τους στήθος.


Που κι αν κερδίζουν κι αν νικούν, λαοί δεν τα μαθαίνουν,

που χάνονται και μητ΄αυτό κανείς το συζητάει,

που τα θλιμμένα μάτια τους πατρίδα, σαν πεθαίνουν,

καμιά με πατριωτική λατρεία δεν κοιτάει.


Πιστεύουμε σ' αέρινη κι ουράνια λιτανεία,

πάντα βαδίζουν οι άγγελοι, λευκά φτερά ζωσμένοι,

προσεκτικά σειρά- σειρά, με τάξη δίχως βία,

κι είν' οι χιτώνες που φορούν λευκοί σαν χιονισμένοι.



XXIII
Δεν είχα χρόνο πια για να μισήσω

καθώς το μνήμα μού 'φράζει τη φόρα,

μήτε ζωή είχα τόση για να ελπίσω

πως κάθε αμάχη θα χαθεί μιαν ώρα.


Δεν είχα χρόνο πια για ν' αγαπήσω

κι αν είχα κάποια πρόθεση, και μόνο

στη σκέψη πως μπορεί να προσπαθήσω,

μου μοιάζει βάσανο και φέρνει πόνο.


C
Δεν θα βρεθεί κανένα πλοίο για να ταξιδέψεις

σαν το βιβλίο και να πας στα μακρινά τα ξένα,

μητ' άλογο σβέλτο πολύ να το καβαλικέψεις,

σαν μια σελίδα ποίησης με λόγια φτερωμένα.


Τέτοιο ταξίδι ανέξοδο και το φτωχό συμφέρει,

δεν του γυρεύουν διόδια και ναύλα δεν χρωστάει.

Τόσο λιτό, κι όμως παντού το νου μας μεταφέρει.

το μέσο αυτό που ταξιδιώτες όλους μας χωράει.


XCIX
Εκείνο που φοβόμουνα μην έρθει κι αγωνιούσα,

ήρθε, μα με λιγότερο φόβο που είχα σκιαχτεί,

γιατί η τρομάρα που καιρό μαζί μου κουβαλούσα,

του ΄κανε λευκορόδινο το χρώμα το σταχτί.

Βρίσκεται μια προσαρμογή, το βίωνα, το ζούσα,

στον τρόμο, στην απελπισιά μόλις ξεπεταχτεί.


Είναι πολύ χειρότερο να ξέρεις πως θα φτάσει,

παρά να δεις πως έφτασε, πως βρίσκεται κοντά,

στου πανικού τα σύνορα τα νεύρα σου έχουν σπάσει,

και το πρωί καινούργιος τρόμος πάλι σε κεντά.

Φρικτότερο, μα πιο καλά σαν έχει πια ξεσπάσει,

παρά ο φόβος μια ζωή δέσμιο να σε κρατά.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Οσιπ Μαντελστάμ


Σύγχρονος κανενός δεν ήμουνα ποτέ,

δεν μου εδόθη αυτή η χάρη

αντιπαθώ όσους τ' όνομά μου φέρουν,

απλή συνωνυμία, δεν είμαι εγώ.


Βαριά έχει τα βλέφαρα ο άρχοντας αιώνας

και στόμα πήλινο λαμπρό,

όμως στο χέρι το ρικνό του γερασμένου γιού του

πεθαίνοντας θαρρώ πως θα προσπέσει.


Τ' αρρωστημένα μάτια μου άνοιξα μαζί με τον αιώνα,

πελώρια μήλα νυσταγμένα,

όμως τα βροντερά πατάμια μου ιστόρησαν

την κρίση και τη δίκη του αιώνα.


Εκατό χρόνια πριν με τα λευκά προσκέφαλα

ένα κρεββάτι άσπριζε εκστρατείας

Παράξενα τεντώθηκε το πήλινο κορμί

ο αιώνας τελείωσε το πρώτο του μεθύσι.


Ανάμεσα στην πανανθρώπινη, που τρίζει την πορεία

πόσο ανάλαφρο κρεββάτι.

Μα τι να γίνει; Αν για να φτιάξουμε άλλο δεν μπορούμε,

ας ζήσουμε κατά τον τρόπο του αιώνα.


Ζεστό κρεββάτι μου, τροχόσπιτο ή σκηνή,

πεθαίνει ο αιώνας και μετά

δυο νυσταγμένα μήλα τα δυο μάτια μου

κι η φτερωτή τους φλόγα καίει βαθιά.


1924


O ΑΙΩΝΑΣ

Αιώνα μου θεριό μου, ποιός θα μπορέσει ποτέ

μέσα απ' τις κόρες των ματιών σου να κοιτάξει

και με το αίμα του να ενώσει

τους σπόνδυλους των δυο εκατοντάχρονων;

Αίμα, δημιουργικό αίμα, πώς πάλλεις στο λαιμό

των εγκόσμιων πρσγμάτων,

κι η ραχοκοκκαλιά να τρίζει

στο κατώφλι των καινούργιων καιρών.



Τα πλάσματα σου, ως εκεί που φτάνει η ζωή

πρέπει να ξαπλώσει τη σπονδυλική του στήλη,

καθώς τ' αόρατο το κύμα παίζει

με το δικό σου ραχοκόκκολο.

Σαν τρυφερός παιδιάστικος χόνδρος

μοιάζει ο νεαρός της Γης μας ο αιώνας.

Σαν πρόβατο για τη σφαγή

τον φέρνουνε ξανά.



Και για να χτίσουμε το νέο κόσμο

απ' τα δεσμά να τον αρπάξουμε πρέπει

τα τσακισμένα του τα γόνατα

με φλάουτα να τα ενώσουμε.

Ο αιώνας τούτος στο κύμα λικλνίζει

τον καημό των ανθρώπων.

Ως κι η οχιά πια θ' ανασαίνει

στο χρυσό το δικό του ρυθμό.



Μετά θ' ανοίξουν τα μπουμπούκια

θα πρασινίσει κι όλη η γης.

Όμως είναι σπασμένη η ραχοκοκκαλιά σου,

θλιμένε μου , πανέμορφε αιώνα.

Και μ' ένα ασημένιο χαμόγελο

θωρώντας προς τα πίσω προχωρείς

σαν το αυκίνητο θεριό

στ' αχνάρια απ' τις δικές του τις πατούσες.



Αίμα, δημιουργικό αίμα, που χτυπάς

στο λαιμό των εγκόσμιών πραγμάτων

και σφαδάζεις σαν ψάρι

στα ζεστά τ' ακρογιάλια.

Απ' των πουλιών το πέταγμα

στο θανάσιμο τραύμα σου, αιώνα μου,

αδιάφορο τρέχει το αίμα.

1922

.

Μέσα μου κρύβομαι κλειστός,

γύρω μου πλέκομαι κισσός,

τον εαυτό μου ανυψώνω.


Εμένα θέλω και πετώ

στον ίδιο μου τον εαυτό

και τις φτερούγες μου απλώνω.


Αητός, επάνω απ' τα νερά

βλέπω συντρίμμια τη φωλιά

μέσα στην άβυσσο χαμένη.



Και λούζομαι τον κεραυνό

την αστραπή παρακαλώ

το σύννεφο με περιμένει.


1911


Πού να κρυφτώ ετούτο το Γενάρη

Η πόλη παραλόγιασε, γαντζώνει, στο κορμί.

Απ' τις κλειστές τις πόρτες μέθυσα θαρρείς

κι ανάμεσα απ' τις κλειδωνίες μού 'ρχεται να ουρλιάξω.



Οι κρεμασμένες κάλτσες στ' αδιέξοδα γαυγίζουν

και σκεβρώσαν τα μαγαζιά στους δρόμους

και στη γωνιά οι ζήτουλες κρυμμένοι

να μην τους δεις ξεφεύγουν βιαστικά.


Σε παγωμένο λάκκο με νερά

το σπυριασμένο χώνω το κεφάλι,

νεκρόν εισπνέω αγέρα, πνίγομαι,

μαύρα πουλιά πετούν στον πυρετό μου,


κι εγώ τα κυνηγώ και χάνομαι

σα μέσα από βαρέλι να φωνάζω:

"Τον αναγνώστη! Το φίλο! Το γιατρό"

Στη σκάλα την αγκαθερή να κουβεντιάσω.

Γενάρης - Φλεβάρης 1937.