Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Ένα μικρό παραμυθάκι


Κάθε που ο ήλιος ανταμώνει τη θάλασσα κείνη αλλάζει χρώματα

Και όταν εκείνος της γλύφει με τη γλώσσα του τις αμμουδιές της εκείνη αφήνει

Έναν ανεπαίσθητο ήχο, είναι ο ήχος  των κυμάτων της που σπρώχνει με ελαφράδα τα βότσαλα της  στα γυρογιάλια της

Και τότε ο ήλιος  βάφει τα σύννεφα μαβιά, κόκκινα

Βασιλεύει ευχαριστημένος δίνοντας σε μας τους μικρούς

λίγο από την ομορφιά της δικής του κορυφώσεις

Ως την επόμενη μέρα που θα ανταμώσουν να γευτούν τον έρωτα

Η θάλασσα απ’ την μεριά της χρωματίζεται με τα ομορφότερα κραγιόνια της

Φουσκώνει λίγο ίσα που να φανεί η μεγαλοπρέπειά της   

Μια γυναίκα σε όλο της το μεγαλείο, ο ομφαλός της γης καθώς,

Ανοίγει τα σκέλια της για να υποδεχτεί την νέα ζωή

Μια φωλιά που κουρνιάζουν τα μικρά και τα μεγάλα ψέματα. 

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Έχει το ύφος της ψυχής σου σιγαλό ρυθμό ψιχαλιστό Το σιγοψιθυρίζουν τα βότσαλα

quartier libre είπε...

@ φιλί :)

Unknown είπε...

όντως, έχει το ύφος της ψυχής σου...
φιλιά!


υγ. καλέ, μη νομίαεις ότι αντέγραψα! εγώ το 'χα σκεφτεί πριν απ'αυτούς! :)

sinnefo rain είπε...

έχετε όλοι την αγάπη μου

*Λέξη μου φιλιά πολλά

*Ελενάκι μου να μου είσαι καλά

*Εκτωρ ώρες, ώρες η ψυχή μου περιβόλι ολάνθιστο...

Ανώνυμος είπε...

Ένα άλλο παραμύθι σου χαρίζω συννεφένια που το δικό σου μου θυμίζει.
Όσο για τα ψέματα, τις αλήθειας όψεις.
Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΤΗ ΦΙΛΗΣΕ

Τῆς γῆς τό σπλάχνο, ἡ θάλασσα,χυμᾶ
σάν ἄγριο ἄτι δίχως καβαλάρη
κι ὁ Ἔρωτας περίσσιο φῶς γεννᾶ,
στοῦ οὐρανοῦ τ’ἀστροζωσμένο μαξιλάρι.
Ξυπνώντας τήν ἐφίλησε μέ τ’ ἀνθισμένο στόμα.
Ὁ οὐρανός τή φίλησε κι εὐωδιάζει ἀκόμα.
Τά χείλη της τριανταφυλλί,μαβί τό ὑγρό της σῶμα,
ἀπ’ τήν καρδιά του βάφτηκε καί λαμπιρίζει αἰώνια.
Ἀχνό γαλάζιο φῶς χορεύει
στίς σμαραγδένιες βλεφαρίδες της,
παιχνιδίζει στό δαντελένιο της φουστάνι.
Στά κυανά της πόδια ξαγρυπνᾶ,τά περίβλεπτα
Ἀχνό γαλάζιο φῶς, στά περίβλεπτα πόδια τῆς θάλασσας
Ἕνα καράβι ὁ ἥλιος (ἡ καρδιά τοῦ οὐρανοῦ),στό ὑγρό της κορμί ἀρμενίζει.
Ἡ πλανεύτρα ἡ θάλασσα,ὄμορφη πού ‘γινε μέ τήν ἀγάπη του,τή γεννημένη στοῦ ἥλιου τό δῶμα
Ἕνα σύννεφο τῆς στέλνει,γεμάτο βροχή.
Ἕνα σύννεφο πού ταξιδεύει,ἀπ’ τόν ἕναν στόν ἄλλο,ξανά καί ξανά.
Ρίχνει στό σκοτεινό της φόρεμα τ’ ἄστρα του.
Τήν σκεπάζει, χωρίς νά τήν ἀγγίζει
μέ τῆς πνοῆς του τό χάδι.
Κι ὅταν ἕνα τραγούδι λαχταρᾶ νά ψιθυρίσει,
θέλγει τήν ἴριδα καί βυθίζεταιμέσα της.
Τό σπέρμα του γεννᾶ τόν πλοῦτον τοῦ βυθοῦ της.
Ἰσχυρός καί μεγαλόπρεπος,ραψωδεῖ στήν ἀγαπημένη του
Ὤ, πέστε μου, ποιός λάμπει μές στά μάτια της;
Ποιός μοιράζεται τ’ ἀκριβό της παλάτι;
Ποιός τῆς φόρεσε δαχτυλίδι χρυσό;
Ὁ οὐρανός τή φίλησε μέ τ’ ἀνθισμένο στόμα,
τή φίλησε, τή μύρωσε κι εὐωδιάζει ἀκόμα.
Τήν τρομερή τήν ὄψη της τόλμησε νά τοῦ δείξει,
μά ἐκεῖνος ἔσκυψε ξανά,γλυκά νά τή φιλήσει

sinnefo rain είπε...

TE όμορφο πολύ τούτο το παραμύθι μου μου έγραψες ευχαριστώ

tsiailisworld είπε...

έπιασες ωραία τη σχέση ήλιος-θάλασσα, ίσως πρέπει λίγο να το μεγαλώσεις και να του δώσεις πλοκή, να παλέψει μέσα του ο ρομαντισμός με το φορμαλισμό, να αναστατωθεί ο αναγνώστης σου.