Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Δεν χρειάζεται κανένα τίτλο...


Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής"
Μην κλειστό στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...
*
*
*
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ότι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν έρημους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια
και οινόπνευμα για να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.
Εμένα οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
Τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων
δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ότι λάχει.
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.
*
*
*
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ' άφησαν-
και την πόλη.
Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας "φασίστες!!"
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ' ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ' ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
- γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
"έτσι" "αόριστα"
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ με τ΄ όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.
Κατερίνα Γώγου

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Tο ποίημα


Το ποίημα παιδί σε εμβρυακή στάση
Δίπλα στο κύμα ξεχνιέται στα ρέμβη του νου
Με ορίζει με κλάμα που τρίζει
Με απιθώνει σε γέλιο που λύνει
Στο δωμάτιο εκείνο το σκοτεινό τον φόβο που προστάζει τα μυστικά του
Ενώ μειδιά ψιθυρίζοντας ένα άπληστο δίλημμα

Το ποίημα παλιάτσος που δακρύζει στο αέναο όνειρο της απαντοχής μου;
Ή μήπως διαφυγή από την επιλογή ώστε άλυτο να μείνει;

Ξυπνώ με ένα λυγμό μιας άηχης κραυγής.

Νεφέλη Σμίχελη

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Aνήμερη λήθη μου


Ντύνομαι με φτιασίδια για να ξεδιψάσω
Την ανήμερη λήθη μου,
Συλλαβίζω τα ξέφτια της τύψης
Που σφυρίζουν στην άκρη του απόλυτου
Σύμπαντος,
Ξεκινάω για να συναντήσω την οργή
Και συχνά σμίγω με το ανέλπιστο
Που ξεπηδά από τις μαύρες τρύπες
Του αχαλίνωτου μηδέν.
Νεφέλη Σμίχελη

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Σεμνότητα της λάξευσης


Αφήνει η ψυχή την λάμψη της
στην ψίχα των δακτύλων,
κυρτό το δάκρυ
στο γείσο της φωνής
εκφύει ύμνους που μαλάσσουν τη φωτιά
στο μεϊντάνι των ονείρων
υφαίνει τα κρυφά τέλια
της καρδιάς,
δέξου! με το καλέμι να σε λαξεύσω
και τα θλιμμένα απομεσήμερα
του φθινοπώρου στα γόνατα να σπάσω


Νεφέλη Σμίχελη